
Της άρεσαν τα παραμύθια για μεγάλους όταν ήταν μικρή. Σήμερα της αρέσουν ακόμη. Τα ζει. Μέσα στο μυαλό της. Αφημένη στο παντού και στο πάντα του εαυτού που δεν υπάρχει πάρα μόνο στα παραμύθια. Όταν πλήττει θανάσιμα από τον άνεμο που ποτέ δεν φύσηξε καθοριστικά, σαν να την ξέχασε, σαν να την άφησε να περιμένει χωρίς μορφή και πρόσωπο, θυμάται ένα μικρό αγόρι με μάτια από ροζ. Μπλέ ήταν, δηλαδή μαύρα, άλλα αγαπούσε το ροζ. Το αγαπούσε γιατί ποτέ δεν το γνώρισε. Δεν το είχε σαν χρώμα μέσα της. Έλειπε. Δεν ήταν ποτέ εκεί. Το είχε συναντήσει μόνο σε ένα παραμύθι για μια ροζ αλεπού κι ένα σύννεφο που ποτέ δεν έβρεχε. Αυτό που της είχε χαρίσει το μικρό αγόρι στα όνειρα της. Εκεί το συνάντησε για πρώτη φορά. Σε ένα όνειρο που ονειρεύτηκε από κάλεσμα κι επιθυμία. Θυμάται να το λατρεύει. Το παραμύθι βέβαια,όχι το αγόρι. Δεν μπορούσε ποτέ να λατρέψει αληθινά τίποτα άλλο πέρα από τον εαυτό της, κι αυτό δεν ήταν ναρκισσισμός μόνο, μα κάτι σπουδαία σύνθετο που απαγορεύεται και να το σκεφτούμε στα σοβαρά.

Όμορφο παραμύθι. Φυσικά και τελικά το σύννεφο έβρεξε μια μέρα που υπήρχε από πάντα μέσα στη δημιουργία, όταν μίλησαν επιτέλους και η αλεπού του είπε την ιστορία που την πονούσε και την κράταγε πάντα σιωπηλή. Έβρεξε όταν δάκρυσε και τα δάκρυα εκείνα γέννησαν τελικά τη βροχή του. Ναι. Η βροχή του ξέπλυνε την αλεπού από το χρώμα που ποτέ δεν είχε, μα έτσι νόμιζε, χωρίς κάποιο ιδιαίτερο λόγο αληθινά, μάλλον από επιθυμία να γράψει κάποιος ένα παραμύθι για αυτή, όπως κι έγινε κι έφυγαν παρέα για κάπου. Που,δεν έχει σημασία. Μάλλον για τη χώρα με όλα τα χρώματα. Άλλα κανείς δεν έμαθε ποτέ σίγουρα.

Μέσα σ΄αυτό το κουτάκι υπήρχε, σε κεντρικό σημείο, να φαίνεται, να το βλέπει πάντα ξεκάθαρα για να μην έχει άλλη θέα, η βαρεμάρα χωρίς αιτία, μα με αιτίες πολλές. Με αιτίες τους αληθινούς της πόθους, που ακόμα κι αν τους πραγματοποιούσε, θα συναντούσε αμέσως την εκδίκηση τους με μανία γιατί τους εγκατέλειψε. Τους περιόρισε μέσα στην πραγματικότητα. Δυστυχώς, τους γιόρτασε τελικά. Τους έζησε. Ή έστω τόλμησε να ζήσει κάποιους. Να τους ιδρώσει με το σώμα της. Και τώρα ποιοί πόθοι, εντυπωσιακά μυστικοί, θα μπορούσαν να τη συνοδεύουν πια στη μοναχικότητα της. Γιατι ήταν το ταίρι της. Πάντα ήταν. Νόμιζε δηλαδή. Σαν την αλεπού του παραμυθιού. Ξεγελάσμένη από το διχασμό των απόλυτων άκρων σε απόλυτη ισορροπία. Με δύο εαυτούς σε ένα. Αρσενικό και θηλυκό. Μαύρο και άσπρο. Κι έτσι,τελικά, ποτέ και πάντα. Όλα. Ποτέ και πάντα. Όλα. Ποτέ και πάντα. Όλα. Με σιωπή. Πάντα με σιωπή τελικά. Όχι αυτή που γίνεται κραυγή κάποιες νύχτες. Όχι. Αυτή δεν ήταν του γούστου της. Πολύ μπανάλ για να την επιλέξει. Με τη σιωπή του νεκρού σώματος που ποτέ δεν γεννήθηκε για να μπορέσει πεθάνει, άλλα περιέργως υπάρχει κι είναι εδώ. Σαν ένα δίλλημα πάντα βέβαια.

Ίσως μια λύση θα ήταν να έμπαινε και η ίδια στο παραμύθι. Να έμπαινε στις σελίδες του δηλαδή.Αυτό σκεφτόταν κάποιες φορές. Μα πως μπορούσε να γίνει αυτό; Πως; Δεν γίνεται. Για να συμβεί, θα έπρεπε να συναντήσει πρώτα το σύννεφο που ποτέ δεν έβρεχε. Εδώ,στην τυραννία και στην απόλαυση των μορφών, μα αυτό δεν γινόταν. Δεν υπάρχουν σύννεφα που δεν βρέχουν στον πραγματικό κόσμο. Αν μπορούσε να το συναντήσει κάπου θα γινόταν η ροζ αλεπού και θα χωρούσαν μαζί μέσα. Γιατί είπαμε. Δεν είχε ροζ. Για αυτό το αγαπούσε πίσω απ' το μίσος της, με μια βαθιά επιθυμία λυτρωσης. Δεν της πέρασε ποτέ από το μυαλό πως στον πραγματικό κόσμο, τα σύννεφα που δεν βρέχουν μεταμφιέζονται σε αγόρια με ροζ μάτια. Δηλαδή μπλέ, δηλαδή μαύρα. Μαύρα όπως η απουσία χρώματος μέχρι να ξεσπάσει η ζωή αδιαφορώντας για τις μικρές, ανόητες,τακτικές μας. Απο πάντα βέβαια,όταν συμβαίνει. Και συμβαίνει πάντα σαν δώρο. Ευτυχώς για τις σκέψεις μας,και τον ενοχλητικό θόρυβο τους. Ναι. Συμβαίνει.